Η προσφορά της δομής και της ελευθερίας

Ως προς τη διάρθρωση του παιχνιδιού, αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί σαν δομημένο ή αδόμητο:

●    Τα δομημένα παιχνίδια περιλαμβάνουν προκαθορισμένους, συγκεκριμένους και αμετάβλητους κανόνες. Μέσα από τη δομή το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται τα όρια του περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα μέσα από τη συστηματική πρόκληση των δεξιοτήτων του ανακαλύπτει και επεκτείνει τα προσωπικά του όρια. Αυτό συμβαίνει εναρμονισμένα με της «κοινωνικές μικροσυνθήκες» που θέτουν οι κανονισμοί του παιχνιδιού. Έτσι λοιπόν, το δομημένο παιχνίδι παίρνει τη θέση μιας προσομοίωσης της πραγματικής ζωής και το παιδί εκπαιδεύεται στο να προσαρμόζεται στους περιορισμούς της, εκμεταλλευόμενο τα διαθέσιμα προσωπικά και περιβαλλοντικά υλικά.
●    Το αδόμητο παιχνίδι, από την άλλη πλευρά δεν περιλαμβάνει κάποιο εξωτερικό περιορισμό και συνεπώς η επιλογή του είδους και κατασκευή του εναπόκειται στις προσωπικές προτιμήσεις του παιδιού. Μέσω αυτού παρέχεται η δυνατότητα στο παιδί να εκφράσει ανεμπόδιστα συσσωρευμένα συναισθήματα και σκέψεις. Ενώ, ιδίως όταν το παιχνίδι συνδιαμορφώνεται από ομάδα παιδιών,  απαιτεί κάποιες δεξιότητες οργάνωσης ώστε να αποκτήσει νόημα, δομή και καθολικά αποδεκτούς κανονισμούς. Επιπλέον κατά το αδόμητο παιχνίδι το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με την ελευθερία επιλογής και τις φυσικές ή συναισθηματικές συνέπειες που αυτή μπορεί να επιφέρει. Έτσι αρχίζει να κατανοεί και να διαχειρίζεται τη δύναμη του να διαμορφώνει τόσο τη δική του όσο και την πραγματικότητα της ομάδας.
Ως προς την ταξινόμηση του παιχνιδιού χρησιμοποιούνται συχνά δύο είδη κατηγοριοποιήσεων. Η πρώτη αφορά το βαθμό συνεργατικότητας που αναπτύσσεται σταδιακά, συνάμα με τις κοινωνικές δεξιότητες του παιδιού.

1.    Μοναχικό παιχνίδι:  Αυτό το είδος παιχνιδιού είναι συνηθισμένο σε παιδιά ηλικίας 2-3 ετών και είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί εκπαιδεύει το παιδί στο να ψυχαγωγεί ανεξάρτητα τον εαυτό του, δεξιότητα η οποία βαθμιαία χαράζει το μονοπάτι της αυτονομίας. 
2.    Παιχνίδι παρατήρησης: Λαμβάνει χώρα όταν ένα παιδί παρατηρεί συνομηλίκους να παίζουν χωρίς να συμμετέχει ενεργητικά σε αυτό. Συναντάται συχνά σε νεότερα παιδιά που εργάζονται πάνω στο αναπτυσσόμενο λεξιλόγιό τους.
3.    Παράλληλο παιχνίδι: Το παρατηρούμε σε παιδιά ηλικίας 3 ετών. Κατά την εκτέλεσή του, δύο παιδιά μπορεί ενώ βρίσκονται στον ίδιο χώρο, το καθένα να είναι απορροφημένο στο δικό του παιχνίδι. Στην ηλικία αυτή δεν έχουν ακόμη τεθεί οι βάσεις για συνεργατικό παιχνίδι. Εντούτοις παρά την ελάχιστη κοινωνική επαφή μεταξύ τους, οι “συμπαίκτες” πράγματι μαθαίνουν αρκετά ο ένας τον άλλο, όπως η εναλλαγή σειράς . Παρόλο που φαίνεται ότι δεν δίνουν προσοχή ο ένας στον άλλο, παρατηρείται συχνά ότι μιμούνται τη συμπεριφορά του άλλου. Ως εκ τούτου, αυτός ο τύπος παιχνιδιού θεωρείται σημαντική γέφυρα προς τα μεταγενέστερα στάδια του παιχνιδιού.
4.    Συσχετιστικό παιχνίδι: Τα παιδιά αλληλεπιδρούν το ένα µε το άλλο, εµπλεκόµενα στις ίδιες δραστηριότητες ή µιµούµενα το ένα το άλλο. Αποτελεί σημαντικό στάδιο του παιχνιδιού γιατί ωθεί τα παιδιά να αναπτύξουν ένα ρεπερτόριο δεξιοτήτων, όπως η κοινωνικοποίηση, η επίλυση προβλημάτων, η συνεργασια και η ανάπτυξη του λεξιλογίου. Μέσω του συσχετιστικού παιχνιδιού τα παιδιά αρχίζουν να δομούν ουσιαστικές φιλίες.
5.    Συνεργατικό παιχνίδι: Αποτελεί εκείνο το στάδιο γύρω από το οποίο περισυλλέγονται και αναδεικνύουν τη σημασία του όλα τα υπόλοιπα είδη παιχνιδιού. Παρατηρείται σε μεγαλύτερα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Κατά το παιχνίδι αυτό όλες οι κοινωνικές δεξιότητες που έχει αποκομίσει το παιδί συνδυάζονται και εφαρμόζονται στην πράξη. Θέτει τα θεμέλια για μελλοντικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις καθώς το παιδί ωριμάζει και οδεύει προς την ενηλικίωση.

brandon-morgan-17706-unsplash.jpg

Η δεύτερη διάκριση αφορά τα είδη του παιχνιδιού τα οποία το παιδί εκτελεί σε συνάρτηση με την ηλικία του και κυρίως το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται. Καθώς το παιχνίδι εξελίσσεται και γίνεται όλο και πιο σύνθετο, αυξάνονται οι απαιτήσεις και παράλληλα και οι γνωστικές, σωματικές και ψυχοσυναισθηματικές δεξιότητες του παιδιού. Η σειρά με την οποία παρουσιάζονται οι εν λόγω ταξινομήσεις δεν είναι πάγια. Ανάλογα με την ηλικία και το εξελικτικό στάδιο του παιδιού μπορεί να εκτελούνται σύγχρονα περισσότερα από ένα είδος παιχνιδιού.


1.    Εξερευνητικό παιχνίδι / αισθητηριακό παιχνίδι: Απευθύνεται στην ηλικιακή ομάδα παιδιών από 0-2,5 ετών. Αφορά τη δραστηριότητα κατά την οποία το παιδί ουσιαστικά δεν παίζει. Μπορεί να εμπλέκεται σε  δραστηριότητες  που περιλαμβάνουν τυχαίες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, χωρίς να αξιοποιεί ένα αντικείμενο με τον τρόπο και για το σκοπό για τον οποίο έχει κατασκευαστεί. Αφοσιώνεται κυρίως στην αίσθηση που λαμβάνει μέσω των διαφόρων αισθητηριακών συστημάτων (απτικό,στοματικό-απτικό, ιδιοδεκτικό, αιθουσαίο, οπτικό, ακουστικό). Τα ερεθίσματα αυτά είναι που αποτελούν και την “τροφή” του νευρικού συστήματος, το οποίο μέσω του αισθητηριακού εμπλουτισμού του θα αναπτυχθεί, διανθίζοντας τις απλοϊκές δραστηριότητες του παιδιού με όλο και πιο σύνθετα πρότυπα κίνησης και συμπεριφοράς. Επιπρόσθετα μέσα από την επαφή του με ποικιλία υλικών αρχίζει να αναπτύσσει γνωστικές δεξιότητες όπως η κατανόηση του σχήματος, του μεγέθους, του βάρους, του βάθους, της της υφής Αυτό το είδος παιχνιδιού θέτει σε ένα πρωταρχικό στάδιο τα θεμέλια για πιο σύνθετα παιχνίδια εξερεύνησης. Το εξερευνητικό παιχνίδι είναι η βάση για να εµπλακεί αργότερα το παιδί  στο κατασκευαστικό παιχνίδι και επίσης σε οποιαδήποτε δημιουργική δραστηριότητα προσανατολίζεται στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσµα (Bozena, 2007).

2. Συμβολικό/ Φαντασιακό παιχνίδι: Η ηλικία που αρχίζει να διαφαίνεται είναι τα 2 έτη και συνεχίζει να αναπτύσσεται εώς τα πρώτα σχολικά χρόνια. Ξεκινά σαν απλό συμβολικό παιχνίδι, κατά τη διάρκεια του οποίου το παιδί αρχίζει να μιμείται τους ενήλικες ή άλλα παιδιά, ενώ παράλληλα παριστάνει πως διάφορα αντικείμενα, όπως κούκλες ή λούτρινα ζώα, είναι πραγματικά. Μετά την ηλικία των 3-4 ετών αρχίζει να γίνεται πιο αφηρημένο. Παιχνίδια ή αντικείµενα νοηματοδοτούνται με τρόπο διαφορετικό από ότι η συγκλίνουσα αντίληψη μπορεί να δεχτεί. Το παιδί υποκρίνεται ότι µία πράξη ή ένα αντικείµενο έχει νόηµα διαφορετικό από το πραγµατικό. Τέτοιου τύπου παιχνίδια είναι η υπόδυση ρόλων. Αν δύο ή περισσότερα παιδιά εµπλέκονται στο παιχνίδι ρόλων, το παιχνίδι γίνεται «κοινωνικό-δραµατικό». Αυτό το είδος παιχνιδιού στηρίζει και επεκτείνει το φαντασιακό στοιχείο της σκέψης το οποίο αργότερα θα μετασχηματιστεί σε δημιουργικό χαρακτηριστικό. Τέλος μέσα από την αναπαράσταση αναδύονται δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων καθώς και κατανόησης της οπτικής του άλλου ατόμου.

3.    Κατασκευαστικό παιχνίδι: Αφορά παιδιά ηλικίας 2,5 ετών και πάνω Χρησιµοποιούνται διάφορα αντικείµενα αποσπασματικά µε σκοπό να δημιουργηθεί ένα ενιαίο σύνολο. Μέσω της εμπλοκής στην κατασκευή το παιδί αναπτύσει τις λεπτές κινητικές του δεξιότητες, οι οποίες θέτουν τη βάση για τη γραφή αργότερα καθώς και πιο σύνθετες επιδέξιες κινήσεις. Παράλληλα, σε συναισθηματικό επίπεδο το παιδί καθίσταται δημιουργός, γεγονός που θα ενισχύσει τη αυτοεκτίμηση και την πίστη στο εαυτό του και τις δυνατότητές του. Ενώ σε γνωστικό επίπεδο διευρύνονται οι λειτουργίες της προσοχής και οργάνωσης, δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και οπτικής αντίληψης.

4.    Αισθησιο-κινητικό παιχνίδι / Λειτουργικό παιχνίδι: Περικλείει την ομάδα 3-8 ετών. Ξεκινά όταν τα βρέφη ανακαλύπτουν ότι οι δράσεις τους μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο περιβάλλον. Περιλαµβάνει το έντονο κινητικό παιχνίδι. Το παιδί πειραματίζεται με τα όρια του σώματός του και των υλικών, σκαρφαλώνει, πηδά, έρπει και κάνει τούμπες. Μέσω αυτού αρχίζουν και ωριμάζουν οι δεξιότητες αδρής κίνησης, όπως η αμφίπλευρη οργάνωση, διαδοχή και ο οπτικοκινητικός συντονισμός, ενώ παράλληλα εμπλουτίζονται και οι δεξιότητες λεπτής κίνησης. Το παιχνίδι αυτού του είδους εξελίσσεται σε παιχνίδια µε επινοηµένους κανόνες.

5.    Παιχνίδι µε Κανόνες / Συνεργατικό παιχνίδι: Ξεκινά κατά μέσο όρο στα 5 έτη. Τα παιδιά ξεκινούν να συμμετέχουν σε κοινωνικές οµάδες. Αυτά τα παιχνίδια έχουν αδιασάλευτους και προκαθορισµένους κανόνες. Αναλαµβάνουν ρόλους, εξωτερικεύουν συναισθήµατα και σκέψεις.

6.    Παιχνίδι µε Επινοηµένους Κανόνες: Ταυτόχρονα με το συνεργατικό παιχνίδι αναδύεται και το παιχνίδι με επινοημένους κανόνες. Τα παιδιά αρχίζουν να δομούν τα δικά τους παιχνίδια και αναδιαμορφώνουν τους κανόνες των παραδοσιακών παιχνιδιών στις δικές τους αυτο-οργανωµένες οµάδες.

Το παιχνίδι λοιπόν, διέπεται από πολλές και θεμελιώδεις παραμέτρους. Κάποιες αναφέρθηκαν παραπάνω, ενώ υπάρχουν πολλές όψεις ακόμη οι οποίες θα απαιτούσαν χιλιάδες φύλλα χαρτιού για να αναπτυχθούν και κάποιες από αυτές βρίσκονται ακόμη σε ερευνητικό στάδιο. Εντούτοις η υπάρχουσα γνώση επαρκεί για να μας πείσει για την ιδιαίτερη σημασία αυτού του έμφυτου χαρακτηριστικού του ανθρώπου. Η κατακλείδα που θα πρέπει να έχουμε διαρκώς στο νου μας όταν απαξιωτικά μπορεί να σχολιάσουμε ότι το παιδί μας “παίζει”, είναι πως παιχνίδι αποτελεί το όχημα μέσα από το οποίο το παιδί αναπτύσσει και οργανώνει εκείνες τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για την ομαλή ανάπτυξή του.  Η Staempfli υποστηρίζει ότι το παιχνίδι δεν βοηθάει µόνο στην ανάπτυξη του εγκεφάλου αλλά και στην καλλιέργεια ενός «ευέλικτου και διαφορετικού τρόπου σκέψης», που επιτρέπει την επίλυση των πραγµατικών προβληµάτων στη ζωή αργότερα.  


Πηγές

Meire, J. (2007) Qualitative research on children's play: a review of recent literature. In Several Perspectives in children’s play. In T. Jambor & J. Van Gills (eds) Several Prespectives on Child’s Play. Belgium, The Netherlands, U.S.A., England: Garant.

Piaget, J. (1951) Play, Dreams and Imitation in Childhood, London: Routledge and Kegan Paul. 

Πολεμικού, Α. (2016). Μεγαλώνοντας Πνευματικά Παιδιά. Αθήνα: Αρμός


Steampfli, M. B. (2009) Reintroducing Adventure Into Children’s Outdoor Play Environments. Environment and Behavior. 

Βozena, M. (2007). Exploratory play and Cognitive activity. Scientific reflections for practitioners, In T. Jambor & J. Van Gills (eds) Several Prespectives on Child s Play. England: Garant.

Case-Smith, J (2005) Occupational Therapy For Children.  St. Louis: Elsevier Mosby.
Fjortoft, I. and Sageie, J. (2000) The natural environment as a playground for children: Landscape description and analysis of a natural playscape. Landscape and Urban Planning.

 

 

 

Comment