Πολύ συχνά χρησιμοποιούμε τη λέξη παιχνίδι κατά την καθημερινή χρήση της γλώσσας χωρίς ωστόσο να προσδίδουμε σε αυτή συνειδητά έναν ορισμό. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται πολλές φορές για να χαρακτηρίσει δραστηριότητες που έχουν ασόβαρο και ανώριμο χαρακτήρα. Μοιάζει σαν να έχει εγκαθιδρυθεί ασυνείδητα μέσα μας μια ερμηνεία η οποία εναποθέτει το παιχνίδι στην αντίληψη μας ως μια πολυτέλεια που θα πρέπει να συμβαίνει όσο το δυνατόν πιο περιορισμένα ώστε τα μην παρακωλύει την ανάπτυξη του παιδιού (η οποία θα επέλθει από την ενασχόληση του με πιο δομημένες παραγωγικές και διανοητικές δραστηριότητες). Πολλές φορές ο όρος παιχνίδι χρησιμοποιείται απαξιωτικά, ώστε να χαρακτηρίσει μια δράση η οποία δεν έχει κανένα λειτουργικό σκοπό και σημασία ούτε για το άτομο που την εκτελεί ούτε και για το περιβάλλον του. Ωστόσο οι περισσότεροι αγνοούμε τόσο τις συνιστώσες που αποτελούν τα θεμέλια του όσο και τις δευτερογενείς δεξιότητες και χαρακτηριστικά που αναδύονται  μέσα από αυτό.
Ας δούμε λοιπόν κάποιους ορισμούς του παιχνιδιού: 
Σύμφωνα με τη Meckley (2002) για να θεωρείται μία δραστηριότητα παιχνίδι θα πρέπει να διαθέτει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

·         Η επιλογή της δραστηριότητας να είναι ελεύθερη.
·         Να κατευθύνεται από εσωτερικά κίνητρα.
·         Να παρέχει ευχαρίστηση και ικανοποίηση.
·         Να εµπλέκονται ενεργά οι συμμετέχοντες.
·         Να είναι αυτο-κατευθυνόµενη.
·         Να έχει νόηµα για το παιδί.

Αλλού βλέπουμε το παιχνίδι να εκτίθεται ως βασική ανάγκη και δικαίωμα του παιδιού, το οποίο αποτελεί μια πολύπλοκη διεργασία, που επιτρέπει στο παιδί να απελευθερωθεί από τους φόβους του δομώντας ένα ασφαλές πλαίσιο όπου έχει τη δυνατότητα να εκδηλώσει συμπεριφορές και συναισθήματα αρνητικά (Αυγητίδου Σ., 2001).

Ένας επιπρόσθετος ορισμός του παιχνιδιού προσδώθηκε απο τον Hughes (2003). Σύμφωνα με αυτόν το παιχνίδι αποτελεί συνισταμένη τριών κριτηρίων:
• ελευθερία επιλογής
• προσωπική ευχαρίστηση
• εστιασµός στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσµα
Οποιοδήποτε είδος παιχνιδιού χαρακτηρίζεται από κάποιες ετερογενείς αλλά αλληλοεξαρτώμενες συνιστώσες : το έργο-δραστηριότητα, τη διάρθρωση/την ελευθερία στη δόμηση και τη δημιουργικότητα.

 

Η σημασία του έργου

tina-floersch-39144-unsplash.jpg

«Κι εσύ βλέπεις τον εαυτό σου να βυθίζεται σε μια εκστατική κατάσταση, σε σημείο που νιώθεις ότι σχεδόν δεν υπάρχεις. Το χέρι μοιάζει να μην ακολουθεί το σώμα και δεν έχω σχέση με τα όσα συμβαίνουν. Απλώς κάθομαι εκεί, παρατηρητής, σε μια κατάσταση δέους και θαυμασμού. Κι έτσι, απλά, όλα ξεχειλίζουν από μόνα τους» (απόσπασμα από συνέντευξη Αμερικανού συνθέτη που έδωσε συνέντευξη στον Μιχάι Τσίκζεντμιχαϊ, τη δεκαετία του 70’).

Ως έργο μπορούμε να ορίσουμε κάθε δραστηριότητα που εξυπηρετεί ένα σκοπό. Ο σκοπός αυτός μπορεί να αφορά την πλήρωση κάποιας ανάγκης (φυσικής, συναισθηματικής, διανοητικής), την παραγωγή ενός προϊόντος ή η υπηρεσίας και τη διάθεση της στο κοινωνικό σύνολο, ή την εμπλοκή σε μια ψυχαγωγική δραστηριότητα. Το παιχνίδι ως έργο είναι αυτό που ωθεί το παιδί να διαμορφώσει την ταυτότητα του και να βρει τη θέση του στον κόσμο. Μέσα από το έργο ανακαλύπτει νέες πτυχές του εαυτού του και του κόσμου γύρω του. Αποκτά κυριαρχία στο περιβάλλον του αναπτύσσοντας παράλληλα τις δεξιότητές του. Αρχίζει να αποκτά επίγνωση των δυνατών και πιο αδύναμων στοιχείων του εαυτού του και αναλαμβάνει την ευθύνη της προσωπικής του εξέλιξης. Ανακαλύπτει ταλέντα τα οποία μπορεί να επεκτείνει και μειονεκτήματα τα οποία του δίνεται η ευκαιρία να  αποδεχτεί και να δουλέψει πάνω σε αυτά. Έτσι το έργο γίνεται αφετηρία για ένα εσωτερικό ταξίδι αυτεπίγνωσης, αυτοαποδοχής και αυτογνωσίας. Η προσαρμογή είναι “η διαδικασία κατά την οποία το άτομο συλλέγει και οργανώνει τα έργα-δραστηριότητές του, με σκοπό να αυξήσει τις ευκαιρίες για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.” Συνεπώς όσο περισσότερο εμπλέκεται το παιδί στο παιχνίδι, τόσες περισσότερες εμπειρίες αντλεί η οποίες με τη σειρά τους διεγείρουν μέσα του μια σειρα αναδιαμορφώσεων και προσαρμογων, ώστε κάθε φορά να αλληλεπιδρά αποτελεσματικότερα με το περιβάλλον.

Κατά την  εκτέλεση ενός έργου πυροδοτούνται ποικίλες νοητικές διεργασίες. Ο Guilford ξεχώρισε και κατέγραψε τις πιο θεμελιώδεις από αυτές:
·         Η μνήμη που απευθύνεται στην ικανότητα εγχάραξης, εναποθήκευσης, διατήρησης και ανάκλησης παραστάσεων.
·         Η γνωστική κατανόηση που αφορά δεξιότητες προσοχής, παρατήρησης, πρόσληψης, αντίληψης, κατανόησης και ερμηνείας των παραστάσεων.
·         Η συγκλίνουσα (κριτική σκέψη) που αναφέρεται σε ικανότητες ανάλυσης, σύγκρισης, ταξινόμησης και σύνδεσης των παραστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής για την αναζήτηση μιας λύσης.
·         Η αποκλίνουσα (δημιουργική σκέψη), νοητική διεργασία που αποσκοπεί στην αναζήτηση πολλών πιθανών λύσεων μέσω μετασχηματισμών και επαναπροσδιορισμών.
·         Η αξιολόγηση που αντιπροσωπεύει την ικανότητα λήψης αποφάσεων και διατύπωσης κρίσεων αναφορικά με δεδομένες προδιαγραφές που βασίζονται σε λογικά κριτήρια.

Η συνεισφορά της δημιουργικότητας

Σύμφωνα με τον Sillamy η δημιουργικότητα ορίζεται ως «η προδιάθεση προς δημιουργία που υπάρχει φύσει σε όλα τα άτομα και σε όλες τις ηλικίες, στενά συναρτημένη με το κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Αυτή η φυσική τάση αυτοπραγμάτωσης απαιτεί ευνοϊκές συνθήκες για να εκφραστεί. Ο φόβος παρέκκλισης και η κοινωνική συμμόρφωση είναι αναχαιτιστικοί παράγοντες. Το μικρό παιδί, που απορεί και γοητεύεται, καταβάλλει προσπάθεια να κατακτήσει τις νέες καταστάσεις του κόσμου, κι όπως δεν έχει υποστεί την εκπαίδευση, είναι ακόμα δημιουργικό.»
Μέσα από τη δημιουργία το παιδί έχει την ευκαιρία να εκφράσει τον ολοκληρωτικά τον ψυχισμό του, τα συναισθήματα και τις σκέψεις του. Η δημιουργία είναι ανθρώπινη ανάγκη και ως τέτοια αναζητά διαρκώς διέξοδο, την οποία πολύ συχνά, μέσα στην πίεση των υποχρεώσεων, αδυνατεί να βρει. Η καταπίεση της μπορεί να οδηγήσει σε μπλοκάρισμα των ενδόμυχων συστατικών της προσωπικότητας του παιδιού. Κατά τη δημιουργική διαδικασία το παιδί συσχετίζει αμφίδρομα τα εξωτερικά βιώματα με τις εσωτερικές διαστάσεις του εαυτού τού, και καταλήγει σε συμπεράσματα, πλάθοντας παραστάσεις στις οποίες αυτό μπορεί να έχει τον απόλυτο έλεγχο, κατακτώντας σταδιακά τον έλεγχο πάνω στην ίδια του την ύπαρξη. Σύμφωνα με τους ειδικούς ο εμποδισμός της προσπάθειας χειραφέτησης και αυτονομίας στα παιδιά μπορεί να αποτελέσει παρακαταθήκη για ένα ενοχικό ενήλικο εγώ που τείνει να αμφισβητεί διαρκώς τις δυνάμεις του. Επίσης η δημιουργία μπορεί να αποτελέσει το χώρο όπου θα εκφραστούν οι ενδοψυχικές συγκρούσεις που βιώνει κατά τα διάφορα αναπτυξιακά στάδια. Συγκρούσεις οι οποίες αν δεν επιλυθούν θα σκιαγραφήσουν τις παθολογίες του ψυχισμού, σύμφωνα με τον Piaget.


Πηγές

Αυγητίδου, Σ. (2001). Το παιχνίδι: Σύγχρονες ερευνητικές και διδακτικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Guilford, J.P. (1950) Creativity. American Psychologist, 5, 444-454.

Hughes, F. (2003). Spontaneous play in the 21st century. In O. Saracho & B. Spodek (Eds.), Contemporary perspectives on play in early childhood education. Greenwich, CT: Information Age Publishing.

Meckley, A. (2002). Observing children’s play: Mindful methods. London: Paper presented to the International Toy Research Association.

Sillamy, N. (2010). Λεξικό Ψυχολογίας. Αθήνα: Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις.

 

 

Comment