Είναι συχνό φαινόμενο οι γονείς να αντιμετωπίζουν ακατάλληλες και δύσκολα διαχειρίσιμες συμπεριφορές των παιδιών τους. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Βρίσκεστε στο εμπορικό κέντρο και έπειτα από κάποια ώρα το παιδί αρχίζει να εκδηλώνει μια συμπεριφορική έκρηξη η οποία μπορεί να περιλαμβάνει κλάμα, φωνές, επιθετική ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Πώς μπορούμε να καταλάβουμε αν αυτή η εκδήλωση αποτελεί μια έκρηξη θυμού ή μια αισθητηριακή κατάρρευση; Για να το ξεδιαλύνουμε θα πρέπει να δούμε αρχικά τη σημασία των δύο εννοιών.

Σε μία έκρηξη θυμού το παιδι παρουσιάζει μια αποδιοργανωμένη συμπεριφορά κατά την οποία μπορεί να πέφτει στο πάτωμα, να κλαίει, να ουριάζει, να γίνεται επιθετικό, να παρουσιάζει αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές (πχ. να χτυπά το κεφάλι του στο πάτωμα), να κρατά την αναπνοή του, να κάνει εμετό,να σφίγγει τους μυς του σώματός του, να πετάει πράγματα ή να τρέχει μακριά. Αυτού του τύπου οι κρίσεις, συνήθως ξεκινούν έπειτα από άρνηση της ικανοποίησης μιας επιθυμίας ή προσδοκίας του παιδιού και συμβαίνουν συχνά σε ηλικίες 1-3 ετών.

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν το αν θα εγερθεί μια τέτοια συμπεριφορά καθώς και το βαθμό εκδήλωσής της:

Το ταμπεραμέντο - αυτό επηρεάζει το πόσο γρήγορα και έντονα τα παιδιά αντιδρούν σε πράγματα όπως στρεσογόνα ή απογοητευτικά συμβάντα. Τα παιδιά που αναστατώνονται εύκολα είναι πιο πιθανό να έχουν κρίσεις.

Το άγχος, η πείνα, η κούραση και η υπερδιέγερση - αυτά μπορούν να δυσκολέψουν τα παιδιά να εκφράσουν και να διαχειριστούν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά τους.

Οι περιπτώσεις στις οποίες τα παιδιά δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν - για παράδειγμα, ένα μικρό παιδί μπορεί να έχει πρόβλημα να αντιμετωπίσει ένα μεγαλύτερο παιδί το οποίο του πήρε το παιχνίδι του.

Ισχυρά συναισθήματα - η ανησυχία, ο φόβος, η ντροπή και ο θυμός μπορεί να οδηγήσουν σε συναισθηματική συντριβή.

Στο ηλικιακό αυτό φάσμα τα παιδιά δυσκολεύονται να εκφράσουν λεκτικά έντονα συναισθήματα, ενώ παράλληλα δεν κατανοούν τα όρια ελέγχου του εαυτού τους και του περιβάλλοντος. Έτσι ανακαλύπτουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος και να ασκήσουν έλεγχο, μέσω συμπεριφορών οι οποίες τραβούν την προσοχή του προσώπου αναφοράς σε τέτοιο βαθμό, ώστε εκείνο να αναγκαστεί να εκπληρώσει την προσδοκία τους. Επιπρόσθετα, οι δεξιότητες συναισθηματικής αυτορρύθμισης δεν έχουν πλήρως αναπτυχθεί και συνεπώς η έκρηξη αποτελεί τη μοναδική διέξοδο για τη συναισθηματική αποφόρτιση.

Picture1.jpg

Στην αντίπερα όχθη, βρίσκεται η αισθητηριακή κατάρρευση η οποία αποτελεί μια νευρολογική διαδικασία του προστατευτικού χαρακτήρα του κεντρικού νευρικού συστήματος. Είναι ουσιαστικά μια αντίδραση μάχης ή φυγής σε μη διαχειρίσιμα αισθητηριακά ερεθίσματα. Όταν το νευρικό σύστημα υπερφορτώνεται με πληροφορίες τις οποίες δεν μπορεί να επεξεργαστεί, τότε το σώμα μπαίνει σε μια κατάσταση στρες, η οποία ενεργοποιεί μια σειρά αντιδράσεων που έχουν σαν στόχο την προστασία απο μια πιθανή απειλή. Ας φανταστούμε για παράδειγμα ότι θέλουμε να γεμίσουμε με νερό μια κανάτα. Τις περισσότερες φορές, μπορούμε να ελέγξουμε τη ροή του νερού ώστε να γεμίσει έως το επιθυμητό σημείο. Ωστόσο κάποιες φορές η ροή μπορεί να είναι αρκετά μεγάλη με αποτέλεσμα η κανάτα να ξεχειλίσει. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη περίπτωση όπου η εισροή των αισθητηριακών και συναισθηματικών ερεθισμάτων είναι αρκετά μεγάλη με αποτέλεσμα το νευρικό σύστημα να απορυθμίζεται οδηγώντας σε συμπεριφορές ανάλογες της έκρηξης θυμού.

Η κατάρρευση μπορεί να σταματήσει με δύο τρόπους: Ο ένας είναι η κόπωση και ο άλλος τρόπος είναι η αλλαγή στην ποσότητα των αισθητηριακών εισροών. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να αρχίσει να αισθάνεται πιο ήρεμο όταν φύγετε από το εμπορικό κέντρο και τα ερεθίσματα μειωθούν.

Άλλοι λόγοι που μπορεί να συνεισφέρουν σε μια αισθητηριακή κατάρρευση είναι:

● Ο αισθητηριακός “υποσιτισμός”, δηλαδή αναζήτηση αισθητηριακών ερεθισμάτων

● Η αλλαγή στη ρουτίνα

● Η δυσκολία στη μετάβαση από τη μια δραστηριότητα στην άλλη

● Η δυσκολία να επικοινωνήσει αυτό που θέλει

● Η έλλειψη ύπνου

● Η πείνα ή η δίψα

Ας δούμε όμως πώς μπορούμε διαχωρίσουμε τις δύο καταστάσεις την κρίσιμη στιγμή:

● Κατά την έκρηξη θυμού, το παιδί αναζητά μια αντίδραση από το πρόσωπο αναφοράς ενώ κατά την κατάρρευση, δεν ενδιαφέρεται για τον αν το παρακολουθούν ή αντιδρούν σε αυτό.

● Κατά την έκρηξη θυμού, το παιδί προσπαθεί να επικοινωνήσει αυτό που θέλει και μπορεί να ανακάμψει όταν η προσδοκία του επιτευχθεί, ενώ κατά την κατάρρευση, το παιδί φτάνει σε ένα σημείο κατά το οποίο έχει χάσει κάθε έλεγχο των αντιδράσεων του και χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει.

● Κατά την έκρηξη θυμού, το παιδί έχει επίγνωση του περιβάλλοντος και της προσωπικής του ασφάλειας. Κατά την κατάρρευση, έχει χάσει τον έλεγχο και την ενημερότητα του για τα περιβαλλοντικά συμβάντα.

Έτσι λοιπόν, παρόλο που αναφερόμαστε σε πανομοιότυπες συμπεριφορικές εκδηλώσεις, οι αιτίες που τις εγείρουν είναι διαφορετικές. Η έκρηξη θυμού έχει συναισθηματική βάση, ενώ η κατάρρευση έχει κυρίως αισθητηριακή βάση και οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις εισερχόμενες πληροφορίες. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική καθώς θα βοηθήσει στην επιλογή κατάλληλων χειρισμών από τους γονείς και στην αποφυγή λανθασμένων στρατηγικών οι οποίες μπορεί είτε να διαιωνίσουν είτε να επιβαρύνουν περαιτέρω την εκάστοτε περίπτωση.


Πηγές:

Kranowitz, C.S. (2005). The out-of-sync child: Recognizing and coping with sensory integration dysfunction. New York: Perigee.

Bundy, A.C., Lane, S.J., Myrray, E.A. (2002). Sensory Integration: Theory and Practice (2nd ed). Philadelphia: F.A.Davis.

Karp, H (2008). The Happiest Toddler on the Block: How to Eliminate Tantrums and Raise a Patient, Respectful, and Cooperative One- to Four-Year-Old: Revised Edition. New York : Bantam Dell.

Comment